Τρίτη, 19 Ιουλίου 2011

Καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς (πρώτο μέρος)

Το βιβλίο καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς από τον Χρόνη Μίσσιο ίσως είναι ένας καλός λόγος για να γίνει κάποιος κομμουνιστής.

Οι περιγραφές και το βάθος αυτού του ανθρώπου χαρακτηριστικό παράδειγμα κομμουνιστή σε εκείνα τα ταραγμένα χρόνια (που ξέρουμε ότι θα επιστρέψουν με όρους συνέχειας ασυνέχειας) προκαλεί συναισθήματα αγάπης για την σημερινή ζωή και ταυτόχρονα επαναστατικής υπέρβασής της...

Η σύνοψη δηλαδή της φράσης που προσωπικά έμαθα από τον Νίκο Μπελογιάννη και ευτυχώς αρχίζω να την νιώθω ότι η μεγαλύτερη αντίφαση είναι ότι οι επαναστάτες αγαπούν περισσότερο από κάθε άλλον την ζωή και ταυτόχρονα πρέπει να είναι έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να την θυσιάσουν, για την ευτυχία των άλλων ανθρώπων.

Επιστρέφοντας στον σ. Χρόνη θα έπρεπε να πω ότι η επαναστατικότητα που αποπνέει αυτό το βιβλίο είναι τρόπον τινά αντιφατική. Στον Ελληνικό σχηματισμό η σημερινή γενιά κομμουνιστών μεγάλωσε έχοντας ένα μεγάλο βάρος στις πλάτες της. Αυτό της τραγικής ήττας που ξεκινάει από την Καζέρτα και τον Λίβανο και συνεχίζει στο 1989 (πίσω σεκίτες εμπρός συντρόφοι!) και στην σημερινή κινοζοποιούμενη Ελλάδα του ΔΝΤ.

Είναι νομίζω η χρονική στιγμή που περισσότερο από ποτέ η συσσωρευμένη απογοήτευση από την ήττα του παρελθόντος, ο συσσωρευμένος θαυμασμός για τα αδέλφια μας μας που πέρασαν ή έχασαν τις ζωές τους στις φυλακές, πρέπει να μην παραμείνει σαν ένας στείρος θαυμασμός και “ατσάλωμα” για την καθημερινή μάχη με τις δυνάμεις της αντίδρασης αλλά να μετουσιωθεί σε μία ανώτερου τύπου ώθηση για επαναστατικές υπερβάσεις τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο, στο επίπεδο του κομμουνιστικού κινήματος.

Άξιος μαθητής του Μανώλη Αναγνωστάκη (από αυτόν διδάχθηκε τα γράμματα μέσα στην φυλακή), ο Χρόνης Μίσσιος μας ταξιδεύει με το βιβλίο του στα λάθη του παρελθόντος και στις υπερβάσεις και επαναστάσεις του μέλλοντος και γίνεται ίσως ο πιο υποδειγματικός φορέας του “Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος”

Θα προσπαθήσω σε αυτή την δημοσίευση να σημειώσω μερικά από τα σημεία του βιβλίου όπου η συσσωρευμένη εμπειρία ενός βασανισθέντα κομμουνιστής συναντιέται με τις αγωνίες μου. Κάτι τέτοιο βέβαια ίσως σε άλλα βιβλία να αποτελεί κάτι εύκολο, όμως στο συγκεκριμένο ξεκινώντας να σημειώνεις ένα χωρίο χάνεσαι στην μαγεία και αδυνατείς κόψεις κομμάτια του για να προβάλεις.

Η αντίφαση που ανέφερα νωρίτερα, ανιχνεύεται από τον Μίσσιο σαν,

την βαθιά αντίφαση του μαρξιστή επαναστάση που δεν πιστεύει σε κανέναν μεταθανάτιο παράδεισο, αλλά δίνει την ζωή του γιατί είναι ερωτευμένος με την ίδια την ζωή”


Ο Μίσσιος κάνει σκληρότατη κριτική και στην καθοδήγησ του κόμματος και τις επιλογές της και ένα ενδιαφέρον σημείο είναι και αυτό



12 Μια ζωή ρε, οι κερχανατζήδες μας μπαφιάσανε, μας γανώνανε το μυαλό πως ήταν ανήθικο νακούμε μπουζούκι και γενικά ρεμπέτικα τραγούδια, και πολύ περισσότερο να τα τραγουδάμε, διότι ήταν, λέει, τραγούδια της παρακμής, και της απαισιοδοξίας. Όλο αισιοδοξία, βλέπεις, ήταν η ζωή μας γενικά και έφταιγε η μουσική, να πούμε που ξεστράτιζε τον επαναστάση από το σωστό δρόμο.”

...Καλά εγώ μια ζωή όλο ενοχές ήμουνα, γιατί όλα ταπαγορευμένα μάρεσαν : Οι γυναίκες το κρασί, οι πενιές... Ρε γαμώτο ποτές δεν μπόρεσα να καταλάβω, πως να πούμε ταίριαζε νάμαστε επεναστάστες δηλαδή άνθρωποι που καιγόμαστε από πάθος για τη ζωή, ρομαντικοί ευαίσθητοι, ερωτευμένοι μέχρι θανάτου με τον άνθρωπο και τη λευτεριά του, να τραβάμε χαμογελώντας για το εκτελεστικό απόσπασμα, να υπομένουμε βασανιστήρια,φυλακές, κακό και νάμαστε νερουλοί, νερόβραστοι, χωρίς φωτιά μέσα μας, σόλη μας τη ζωή χωρίς πάθος, χωρίς ένα φάλτσο, νότες πειθήνιες μέσα στο πεντάγραμμο που ακούνε μονάχα το μαέστρο. Σκατά. Εκτός από κότες πηγαίνανε να μας κάνουν και μηχανάκια. Πως να κάνεις μια επανάσταση με μηχανάκια ρε φίλε? Η φαντασία? Το όνειρο? Πως να πεθάνεις?Ο επαναστάτης είναι πουλί αητός, ερωτευμένος με το φως, με τα λουλούδια, τις γυναίκες, το κρασί, με την αταξία.

Άκου τότε δεν τάξερα αυτά , τώρα τάμαθα, όλη η ηθική του ανθρώπου ήταν τοποθετημένη, είτε στα γεννητικά του όργανα είτε στη γλώσσα του. Δηλαδή άμα να πούμε αγαπάς τις γυναίκες -ρε γαμώτο , αφού αγαπάς όλους τους ανθρώπους και γιαυτούς δίνεις και τη ζωή σου άμα λάχει, πως να μην είσαι πιο βαθιά, πιο τρυφερά, πιο ολοκληρωτικά ερωτευμένος με τον θηλυκό ,να πούμε, άνθρωπο? Διότι εκεί και μόνο εκεί η αγάπη βρίσκει διέξοδο, ολοκληρώνεται στην τρυφερότητα του έρωτα. Μακάρι νάταν οι άνθρωποι αρσενοθήλυκοι, ο έρωτας θα κράταγε, πολύ μεγαλύτερο μέρος από τη ζωή μας, και τα πράματα για τους ανθρώπους θάταν γενικά πιο εύκολα.

.... Ηθική ήταν αν δουλεύαν ή όχι τα αρχίδια σου... Αλλά χωρίς αρχίδια πως να κάνεις επανάσταση? Όχι δεν το λέω για πλάκα, η σύγχρονη ψυχολογία και ψυχιατρική έχουν ανακαλύψει φοβερές συναρτήσεις ανάμεσα στη σεξουαλική ζωή και στην ολόπλευρη συγκρότηση του ανθρώπου , διανοητικά, ψυχολογική κτλ.

Ξέρεις πόσοι σύντροφοι πήγαν στο απόσπασμα χωρίς να έχουν αγκαλιάσει κορμί γυναίκας, και πόσοι γέρασαν στις φυλακές και στις εξορίες χωρίς να έχουν γνωρίζει ποτέ τον έρωτα? Τι να πεις... Τέλος, καταλαβαίνεις που πήγαινε η ιστορία, τρώγαμε στη μάπα όχι μονάχα όλο το αστικό σύστημα ιεραρχίας και στα ρέστα, αλλά και όλη την αστική ιδεολογία και ηθική ΠΑΤΡΙΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΙΑ, και την υποκρισία τους βέβαια...


Συνεχίζοντας για την καθοδήγηση:


15Όλο για στοιχεία μιλάγανε: καλό στοιχείο, κακό στοιχείο, λες και μιλάγανε για μπίλιες και όχι για ανθρώπους. Αλλά η μεγαλύτερη ανισότητα μέσα στο κίνημα, ήταν η ανιστότητα στα βασανιστήρια. Θυμάμαι τώρα στην τρίτη παρανομία, κάναμε γιάφκα μαζί μέναν υψηλά ιστάμενο που λένε και μούλεγε πως μια φορά ένας χωροφύλακας τούριξε ένα χαστούκι και χάλασε ο κόσμος. Βλέπεις, είχε όνομα. Και η παλιοχαμούρα έλεγε σπασμένα τα παιδιά που τους λιώνανε τα αρχίδια και τους σπάγανε τα κόκκαλα στην ασφάλεια, γιατί τους ξέφευγε καμια κουβέντα στην ανάκριση... Τέλος, χέστα, ο ανθρωπισμός της καθοδήγας έτρεχε απτα μπατζάκια της...


Θυμάσαι, λέω τότε? Έλεγε, έλεγε ο Μανόλης, ο Μαρξισμός, ο Σοσιαλισμός, οι Αστοί, οι Προλετάριοι, το μεροκάματο, η καταπίεση... Εμείς δεν το πιάναμε και χασμουριόμαστε, διότι τι μεροκάματο κι αρχίδια, αφού κλέβαμε, κι όσο για καταπίεση πρώτη φορά ακούγαμε τέτοια λέξη. Ο Νικόλας όμως τόπιασε και λέει του Μανόλη, άστα ρε, θα τους τα πω εγώ, γιατί τους μπερδεύεις. Λοιπόν ρε σεις, από δω είναι οι πλούσιοι και από κει οι φτωχοί. Είναι κανένας από σας πλούσιος? Όχι, είπαμε μείς. Ε συνέχισε το παιδί, το παιδί από δω μας λέει, εμείς οι φτωχοί να κάνουμε ντου στους πλούσιους, να τους τα πάρουμε και να τα μοιράσουμε στα ίσια, έτσι που να μην υπάρχουνε πια φτωχοί και πλούσιοι. Έτσι δεν είναι, ρε Μανόλη? Ε, όχι ακριβώς υπάρχει το πρόβλημα... Χέστο ρε το πρόβλημα... Λοιπόν μάγκες είστε? Μπήκαμε.

Καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς και δεν έμαθες ποτέ πόσο λυσσασμένα φυλάνε τα τάλαρά τους οι πλούσιου. Διότι άλλο να κάνεις τη δουλειά στη ζούλα, και άλλο να τους λες φόρα, μάγκες θα σας τα πάρουμε. Δεκαπέντε χρόνια μου γάμησαν το κέρατο στο ξύλο. Λέω δεκαπέντε, γιατί άμα μεγάλωσα και εγώ, έγινα στέλεχος, που λένε, όλο με το κύριε με παγαίνανε κάθε που με πιάνανε.


...Τέλος με πάνε απάνω, διοικητής υποδιοικητής χαμόγελα, βρε καλώς τον, και τα τέτοια. Λέω τί καλώς τον, με φέρατε, δεν ήρθα. Κάτσε ρε τόσο πολύ μας μισείς? Ναι οι χαμούρες! Λέω , γιατί, φίλοι είμαστε? Έλα ρε τώρα εσύ στα χέρια μας μεγάλωσες- άκου ρε την κουφάλα!. Ναι λέω, με σπασμένα κόκκαλα και τρεις θητείες στο τρελοκομείο! Ε, καλά τώρα οι συνθήκες ήταν τέτοιες, τι να κάναμε καισείς μα σκοτώνατε. Άκου την κουφάλα...

Λέω τέλος, τι γουστάρετε από μένα να τελειώνουμε, κουβέντα δεν γουστάρω μαζί σας.


Σε αυτό το σημείο να επιστρέψω στην πεζή πραγματικότητα της σημερινής ταξικής και πολιτικής πάλης και να μεταφέρω κάποιες σκέψεις μου. Πριν τελειώσει η χρονιά, η δαπίτισα της σχολής μου λέει , εσύ είσαι καλό παιδί, όχι σαν τους άλλους τους φωνακλάδες, να πάμε για καναν καφέ όταν τελειώσουμε την σχολή. Εκείς εγώ χαμογέλασα και είπα ας πάμε. Έτσι και με τον Δαπίτη, η σχέση μας είναι περισσότερο οπαδικής καζούρας παρά δύο ταξικών αντιπάλων. Και όμως όταν σε παινεύει ο εχθρός ψάξε να βρεις τι έκανες λάθος.

Την μία βέβαια σε απειλεί και την επόμενη σου λέει να πάτε για καφέ. Και τι να πεις εκεί? Να νιώσεις μίσος? Μα δεν έρχεται το γαμημένο. Σύμφωνα με τον Φρόιντ το αντίθετο της αγάπης δεν είναι το μίσος αλλά η αδιαφορία. Είναι γνωστή απορία το τι νιώθει ο καθένας μας για τους δαπίτες και πως τους φέρεται. Από το “casual Πασπίτη” της Νομικής που λέει ότι θα ήθελε να τους γνωρίσει βαθιά, με καφέ και τσιγάρο, μέχρι τα πιο συγκρουσιακά κομμάτια, που θα ήθελαν να τους κοπανήσουν. Πάντως είμαι βέβαιος ότι όσο οξύνεται η ταξική πάλη στην Ελλάδα , μία από τις αλλαγές που θα επέλθουν θα είναι το ξεγύμνωμα του ρόλου της δεξιάς στην κοινωνίας και κατά συνέπεια η μεταβολή και των δικών μας συναισθημάτων.


Μαγείας συνέχεια...



22 Όλοι τώρα είμαστε μελλοθάνατοι, ε? Και ξέραμε ότι κάποιον από μας θα πάρουν. Κοιτάζαμε που λες μια το χαρτί και μια εμάς. Αυτή η ιστορία μπορεί να κράταγε από πέντε λεπτά έως και ένα τέταρτο. Ύστερα αφού έκριναν πως σιτέψαμε, λέγανε ας πούμε, Γιώργο έλα.- μας ήξεραν βλέπεις και με τα μικρά μας ονόματα οι χαμούρες. Τέλος σηκωνόταν να πούμε ο Γιώργος, άφηνε το γράμμα του – όλοι είχαμε ένα γράμμα έτοιμο για τους δικούς μας- αγκαλιαζόμασταν, φιλιόμασταν και την ώρα που έβγαινε από την πόρτα λέγανε, για στάσου, μια στιγμή, α, λάθος, δεν είσαι εσύ, είναι ο Παύλος... Χαμούρες σου λέω, εντελώς άνανδροι. Άλλες φορές πάλι, γράφαν σε ένα χαρτάκι τα ονόματα αυτών που θα παίρναν το βράδυ για εκτέλεση,το έδεναν σε ένα σπαγκάκι και το έφερναν μέσα στο προαύλιο. Όλοι ήμασταν θανατηφόροι. Ε, άντε να μη συρθείς από πίσω να δεις αν είναι γραμμένο το όνομά σου στο χαρτάκι... Εμείς φεύγαμε από το προαύλιο και κλεινόμασταν στα κελιά μας. Κι όμως, αυτοί οι άνθρωποι είχαν παιδιά, είχαν φίλους, αγαπούσαν ίσως κάποιους ανθρώπους... Τι να πεις...


Τέλος να κλείσω μεταφέροντας κάποιες σκέψεις σε σχέση με τα ιερά τέρατα που έχουν μείνει αθάνατοι στις καρδιές μας και τεντωμένοι στους τείχους του δωματίου μας. Τσε, Βελουχιώτης, Μίσσιος και άλλοι τόσοι επαναστάτες, που αν αρχίσεις να μετράς θα χάσεις το μέτρημα.

Είναι διαδεδομένο στον φοιτητικό συνδικαλισμό, η εκάστοτε τοποθέτηση να κλείνει με μία συνδικαλιά, με πιο δυνατό τόνο, με ένα τσιτάτο κτλ κτλ. Αυξάνεται έτσι η αποτελεσματικότητα της τοποθέτησης , διεκδικείται με καλύτερους όρους η ηγεμονία και νιώθει πιο γαμάτος ο ομιλητής, τον κοιτούν περισσότερα κοριτσάκια κτλ κτλ.

Στην πραγματικότητα ο συνδικαλισμός, όπως και οτιδήποτε σε αυτή την κοινωνία τείνει να γίνει τόσο βρώμικο σπορ που ακόμα και η ενασχόληση με κάποια αριστερή συλλογικότητα (εξ ορισμού χειραφετική υποτίθεται) αλλοτριώνει σε πολύ σημαντικό βαθμό. Έτσι, και εγώ στις τοποθετήσεις μου προσπαθώντας να εμπνεύσω, μπορεί να χρησιμοποιήσω κατά περίπτωση κάποιο τσιτάτο ή να επικαλεστώ τον ηρωισμό τον συντρόφων.

Αυτό με τον καιρό έγινε επίπονο για μένα όταν γίνεται σε εσωτερικές αριστερές διαμάχες, καθώς νιώθεις ότι σέρνεις σε ένα βρώμικο, γεμάτο αντιφάσεις αμφιθέατρο, αυτούς τους ήρωες, ότι πιο καθαρό και αληθινό έχει υπάρξει για σένα , μόνο και μόνο για να υποστηρίξεις μια αριστερή άποψη ενάντια σε μια άλλη.

Το εντυπωσιακό είναι ότι η αίγλη κάποιου που έχει υπογράψει αυτά που πιστεύει με την ζωή του, είναι τόσο μεγάλη που κάθε φορά ανιχνεύεις στον αέρα ότι το αμφιθέατρο ενθουσιάζεται, και νιώθεις ότι καρπώνεσαι εσύ τον ενθουσιασμό για κάτι που δεν πέτυχες. Για κάτι που διάβασες και που απλώς δρας ως φορέας τους.

Νιώθεις ότι παραβιάζεις ανοιχτές θύρες και όμως όλοι αυτοί οι ήρωες, δεν ανήκουν σε εσένα ή στην αντίληψη που εσύ πρεσβεύεις μέσα στο κίνημα αλλά σε ολόκληρη την ανθρωπότητα.


Τελειώνοντας, να σημειώσω ότι ενδεχομένως η αποστροφή αυτή που νιώθει ένας αγωνιστής για τον συνδικαλισμό, ή η αδυναμία να μπολιάσει μέσα σε αυτόν τις φιγούρες του παρελθόντος, ίσως απλά να καθρεφτίζει την αίσθηση ατομικής στασιμότητας και αδυναμίας να υπερβείς διαλεκτικά το παρελθόν και να το εντάξεις σε ένα αγωνιστικό παρόν για ένα επαναστατικό μέλλον.

ΥΓ Ίσως όλα αυτά είναι πολύ ρομαντικά και ευαίσθητα για την σημερινή πραγματικότητα, ίσως είναι δύσκολοι καιροί για ευαίσθητους αριστερούς. Και όμως.

Γίνεται αλλιώς?


3 σχόλια:

  1. και ό,τθ ήθελα να στο προτείνω, μπαίνω και βλέπω ότι το διάβασες.... τέλειο βιβλίο πάντως. έχει και συνέχεια. τα λέμε σύντροφε

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Τετοιοι ανθρωποι μας κανουν υπερηφανους που ειμαστε ελληνες.ανθρωποι χωρις παρωπιδες χωρις φανατισμο λενε με το ονομα τους τα υπερ και τα κατα του κομματος που ανηκουν.ακομπλεξαριστοι τελειως υπηρετουν την ιδεολογια τους και οχι το κομμα.ημουν τυχερη γιατι ειχα εναν τετοιο ανθρωπο πεθερο.να ναι καλα εκει που ειναι!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Αν κ το βλέπω τώρα,ευχαριστούμε για το upload. Τι έχει πει ο άνθρωπος. Τώρα τον ανακάλυψα (δυστυχώς) κι είμαι σε φάση που ψάχνω κείμενά του. Καλή συνέχεια

    ΑπάντησηΔιαγραφή

το σχόλιό σας θα ελεγχθεί από συντονιστικό γ.σ (γραφειοκρατικών συνελεύσεων). Όπερ σημαίνει ότι θα είναι αιρετό κι ανακλητό ανά πάσα στιγμή και θα πρέπει να λογοδοτεί στο συγγραφέα, τους αναγνώστες του και σε τελική μόνο ανάλυση στο διαχειριστή του ιστολογίου...